Άρθρο του Π.Κουρουμπλή στο cnn Greece με θέμα "Παρελθόν και μέλλον των ελληνοαμερικανικών σχέσεων"

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

Παρελθόν και μέλλον των ελληνοαμερικανικών σχέσεων

Πριν ακόμα συγκροτηθούν ως κράτη,η Ελλάδα καιοι ΗΠΑ συνδέονταν με μια αμφίδρομη πνευματική σχέση. Οι θεμελιωτές των Ηνωμένων Πολιτειών εμφορούνταν από τααρχαιοελληνικάιδεώδη. Με τη σειρά τους, οι Έλληνες διαφωτιστές εμπνέονταν απότα προτάγματα της Αμερικανικής Επανάστασης.Πολύτιμο τεκμήριο αυτής της σχέσηςαμοιβαίου θαυμασμού και εκτίμησης είναι η αλληλογραφία ανάμεσα στον Αδαμάντιο Κοραή και τον μετέπειτα 3ο Πρόεδρο των ΗΠΑ Τόμας Τζέφερσον.

Από τότε, βέβαια, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Το σημείο καμπής για τη στάση μεγάλης μερίδας του ελληνικού πληθυσμού απέναντι στις ΗΠΑ ήταν ο Ελληνικός Εμφύλιος. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η πρώτη νίκη του Ψυχρού Πολέμου. Για την Ελλάδα,μια εθνική τραγωδία που άφησε ανοιχτές πληγές. Για την ελληνική Αριστερά, που είχε πρωτοστατήσει στην Εθνική Αντίσταση, ήταν η απαρχή διώξεων και αποκλεισμών. Ακολούθησε μια περίοδος αμερικανικώνπαρεμβάσεωνστην Ελλάδα που κλιμακώθηκε με την επιβολή της δικτατορίας.

Μια ειλικρινήαποτίμηση εκείνης της εποχήςαπό πλευράς ΗΠΑ έχει καταθέσειο Πρόεδρος Κλίντον: «Όταν η χούντα κατέλυσε το πολίτευμα το 1967, οι ΗΠΑ επέτρεψαν στα γεωπολιτικά τους συμφέροντα εν μέσω Ψυχρού Πολέμου να επικρατήσουν επί των συμφερόντων τους -ή πιο σωστά των υποχρεώσεών τους- που ήταν η προάσπιση της δημοκρατίας, η οποία ήταν άλλωστε ο λόγος για τον Ψυχρό Πόλεμο. Είναι σημαντικό να το παραδεχθούμε».

Τα γεγονότα της ταραγμένηςπεριόδου από τον Εμφύλιο μέχρι τη Μεταπολίτευση, αλλά και οι κατοπινές στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ στη Γιουγκοσλαβία και τη Μέση Ανατολήεξέθρεψαν ένα ρεύμα αντιαμερικανισμού σε σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης, που άρχισε να μετριάζεται μόνο μετά το σοκ της πρόσφατης οικονομικής κρίσης.Πρέπει να είμαστε σαφείς: τα γεγονότα αυτά έχουν σημαδέψει τη νεότερη Ελλάδα και δεν πρέπει να ξεχαστούν. Από την άλλη, όπως ορθά επισημαίνει ο Υπουργός Εξωτερικών, η ιστορία πρέπει να είναι σχολείο, όχι φυλακή. Οφείλει να διδάσκει, όχι να εγκλωβίζει. Χωρίς ναλησμονούμε το χθες, πρέπει να έχουμε το βλέμμα στραμμένο στο αύριο.

Τι επιφυλάσσει, λοιπόν, το αύριο;H εποχή μας χαρακτηρίζεται από αύξηση της έντασης ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, ενίσχυση του εμπορικού προστατευτισμού, του εθνικισμού και των εξοπλισμών, εν μέσω περιβαλλοντικής υποβάθμισης και προσφυγικώνεξάρσεων.Δυστυχώς η ΕΕ, έχονταςήδη χάσει ένα ισχυρό κράτος-μέλος, εμφανίζει συνεχώς μειούμενη πολιτική συνοχή και γεωπολιτικό βάρος. Κοιτώντας την ευρύτερη περιοχή μας, στη Συρία και την Υεμένηδιεξάγονται πολεμικές συγκρούσεις, στην Ουκρανία και στη Λιβύη επικρατεί αστάθεια, στην Ανατολική Μεσόγειο παρατηρείται συγκέντρωση δυνάμεων,ενώ πρώτη φορά μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας γίνεται λόγος από επίσημα χείλη για αλλαγή συνόρων στα Βαλκάνια, μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου.Η Τουρκία, τέλος, υπό το κράτος αλαζονείας και ανασφάλειας και αντιμέτωπη με διεθνή απομόνωση και οικονομική αποσταθεροποίηση,ρέπει προς τον αυταρχισμό, υιοθετεί αναθεωρητική στάση και επιθετική ρητορική και διολισθαίνει προςτην αντιστροφή συμμαχιών.

Η τρέχουσασυγκυρίασαφώς επιδρά στην περαιτέρω σύγκλιση συμφερόντων ασφάλειας -και όχι μόνο- ανάμεσα στη χώρα μας και τη σύμμαχο ΗΠΑ, κάτι που αντικατοπτρίζεται στο σημερινό υψηλό επίπεδο των διμερών σχέσεων. Η Ελλάδα αναγνωρίζεται σήμερα ως πυλώνας δημοκρατίας και περιφερειακής σταθερότητας με ενεργητική εξωτερική πολιτική. Τηρεί ευμενή αλλά σθεναρή στάση απέναντι στην Τουρκία, ενώ παράλληλα προωθεί, μαζί με την Κύπρο, τριμερείς σχέσεις συνεργασίας και ασφάλειας στην Αν. Μεσόγειο με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και την Ιορδανία. Παράλληλα, βάζει τέλος στην ατελέσφορη διένεξη με την ΠΓΔΜ και δίνει έμφαση στη διαβαλκανική συνεργασία.Όλα τα παραπάνω συμβάλλουν στην περιφερειακή σταθερότητα αλλά και στην ανάδειξη της χώρας σε σημαντικό μεταφορικό και ενεργειακό κόμβο, από την οποία θα αποκομίσει επιπρόσθετα μερίσματα ασφάλειας.

Η Ελλάδα πρέπει, μπορεί και θέλει να παίξει ρόλο στην κατεύθυνση της ειρηνικής συνανάπτυξης αλλά και στην αντιμετώπιση των μεγάλων προκλήσεων της εποχής μας –η κυβέρνηση έχει άλλωστε αποδείξει συχνά την παρρησία της στη διεθνή σκηνή. Ωστόσο, όπως συνέβαινε πάντα, η πολιτική επιρροή της χώρας θα συναρτάται με την οικονομική της ισχύ.Το τέλος των προγραμμάτων βρίσκει την ελληνική οικονομία να έχεισταθεροποιηθεί,με τους εμπροσθοβαρείςδείκτες να είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικοί. Τώρα είναι ανάγκη να δοθεί έμφαση στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Ως Υπουργός Ναυτιλίας συχνά έγινα αποδέκτης μιας δυσαρέσκειας από χώρες της Δύσης,που εκφραζόταν από δημοσιογράφους, διπλωμάτες και επιχειρηματικούς παράγοντες, για τη μεγάλη κινεζική επένδυση στον Πειραιά. Απαντούσα πάντα: «Όταν η Ελλάδα χρειαζόταν επενδύσεις, εσείς τι κάνατε;»

Στη φετινή ΔΕΘ οι ΗΠΑ ήταν τιμώμενη χώρα, ενώ στο πρόσφατο ταξίδι του στη Νέα Υόρκη ο Πρωθυπουργός εξέθεσε τα σημαντικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού. Είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ, αν θέλουν έναν εύρωστο και αξιόπιστο σύμμαχο στην περιοχή, να στηρίξουν την Ελλάδα εμπράκτως και να συμβάλλουν αποφασιστικά στην οικονομική της ανάπτυξη με στρατηγικού χαρακτήρα επενδύσεις.

Όσον αφορά την προοπτική των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, η ιστορία αφήνει τη δική της παρακαταθήκη, υπό μορφή διδάγματος για τις ηγεσίες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού: Όσο κι αν το ελληνικό κράτος έχει ανάγκη από ισχυρούς συμμάχους, ο ελληνικός λαός δύσκολα θα αποδεχθεί έναν σύμμαχο,ανδεν αισθάνεται ότι είναι δίκαιος.